|
Ξενάγηση σε μερικούς από τους καλύτερους δίσκους που κυκλοφόρησαν τους
τελευταίους μήνες από πολυμελή σύνολα της τζαζ
Chris Walden: «Home of my Heart» (Origin)
Συχνά ξαφνιαζόμαστε όταν διαπιστώνουμε πως μερικοί άνθρωποι έχουν
καταφέρει να κάνουν τόσο πολλά πράγματα ενώ βρίσκονται ακόμη σε νεαρή
ηλικία. O γερμανός τρομπετίστας Chris Walden, που τα τελευταία χρόνια
ζει στο Λος Άντζελες, πριν ακόμη πατήσει τα σαράντα έχει γράψει τη
μουσική για περισσότερα από 30 φιλμ, έχει συμμετάσχει σε πάνω από 60
ηχογραφήσεις, έχει γράψει ενορχηστρώσεις για μεγάλα ονόματα της ποπ
(Christopher Cross, Sheryl Crow, Barbra Streisand), έχει παίξει με πολλά
αστέρια της τζαζ και από το 1999 έχει τη δική του μεγάλη ορχήστρα. Το
«Home of my Heart» είναι η πρώτη του δουλειά με την ορχήστρα αυτή στην
οποία έχει μαζέψει την αφρόκρεμα της δυτικής ακτής. Ανάμεσα στα πολλά
γνωστά ονόματα και οι σαξοφωνίστες Pete Chtritlieb και Bob Sheppard, οι
τρομπετίστες Wayne Bergeron και Bobby Shew και ο ντράμερ Peter Erskine.
Παρά τις ηχηρές αυτές παρουσίες εκείνο που μας αιχμαλωτίζει μεμιάς είναι
οι εξαιρετικές ενορχηστρώσεις. O Walden χρησιμοποιεί αποκλειστικά
ακουστικά όργανα και διατηρεί την παραδοσιακή αντίληψη για τη λειτουργία
της μεγάλης ορχήστρας κάνοντας το άλμπουμ του να μοιάζει ότι προέρχεται
από άλλη εποχή, ενώ έχει συλλέξει κομμάτια από εντελώς διαφορετικούς
μεταξύ τους συνθέτες (από τον Charlie Haden μέχρι τον Christopher Cross)
και τους έχει δώσει νέα πνοή. Μέσα από το πλουσιοπάροχο άνοιγμα της
καρδιάς του που μας προσφέρει (16 κομμάτια που ξεπερνούν σε διάρκεια τα
75 λεπτά) ξεχωρίζουν το Rainy Day In Vancoοver του φίλου του Christopher
Cross (συμμετέχει και ο ίδιος με την κιθάρα του), το γνωστό «Stolen
Moments» του Oliver Nelson και το ρομαντικό «Here's Looking At You» του
Charlie Haden.
www.chriswalden.com
Ralph Pyl: «Pyldriver» (New Market)
O αυστραλός Ralph Pyl ξεκίνησε από πολύ νωρίς την καριέρα του σαν
τρομπετίστας και έχει συνεργαστεί με μια πλειάδα γνωστών ονομάτων της
ποπ και της τζαζ. Τα τελευταία χρόνια ηγείται μιας μεγάλης ορχήστρας με
το όνομα Sydney All Star Big Band, με την οποία το 2001 κυκλοφόρησε το
«Doin Our Thing» και τώρα τη δεύτερη δουλειά του «Pyldriver». Τα
περισσότερα κομμάτια του άλμπουμ έχουν γραφτεί από τα μέλη της
ορχήστρας, ενώ η μοναδική επιλογή από το κλασικό ρεπερτόριο είναι το
«Take the A Train» του Billy Strayhorn σε διασκευή του Bob Florence. Αν
και ο Pyl χρησιμοποιεί σποραδικά και ηλεκτρικά όργανα η ορχήστρα του
παίζει στο παλιομοδίτικο σουίνγκ στυλ, με πλούσιες ενορχηστρώσεις για
μια πολυμελή γραμμή πνευστών και γεμάτο, λαμπερό ήχο. Δεν μπλέκει σε
περιπετειώδεις αναζητήσεις, ούτε πρώτο μέλημά του είναι να πρωτοτυπήσει,
αλλά παίζει τη μουσική που του αρέσει με τον καλύτερο τρόπο και αυτό μας
ακούγεται αρκετό. Αν προσθέσουμε την άψογη δουλειά που κάνουν οι
σολίστες του, έχουμε μια ορχήστρα που δουλεύει ρολόι και με το
«Pyldriver» μας δίνει ένα απολαυστικό δείγμα της αξίας της.
www.ralphpyl.com
Mike MacAllister Big Band: «Finders Keepers»
Δεν θυμάμαι πολλούς κιθαρίστες με δική τους big band, αλλά δεν είναι
αυτό το πιο αξιοσημείωτο με το νεαρό Βοστονέζο Mike MacAllister. Το άξιο
προσοχής είναι πόσο αναπάντεχα, αλλά και πόσο πετυχημένα, από το
δυναμικό και ωμό φιούζον της πρώτης του δουλειάς με το κουιντέτο του
(«Urban Sprawl») με την οποία τον γνωρίσαμε πριν από τρία χρόνια,
μεταπήδησε στο δύσκολο και φιλόδοξο πείραμα του να ηγηθεί μιας μεγάλης
ορχήστρας. Και σαν να μην έφτανε αυτό ανέλαβε μόνος του το ρόλο του
συνθέτη, του ενορχηστρωτή και του διευθυντή της ορχήστρας και
κυκλοφόρησε το άλμπουμ σε δική του ανεξάρτητη παραγωγή. Για τον ίδιο
όμως όλα αυτά προέκυψαν με φυσικό τρόπο. Αρκεί μια ματιά στο βιογραφικό
του (στις σπουδές του και στα διάφορα βραβεία με τα οποία έχει τιμηθεί)
και πολύ περισσότερο ένα άκουσμα του «Finders Keepers» για να το
διαπιστώσουμε. Η ορχήστρα, που αριθμεί 21 μέλη, σε καμιά περίπτωση δεν
περιστρέφεται γύρω από την κιθάρα του MacAllister. Αντίθετα μάλιστα ο
κιθαρίστας πλην του ενός και μοναδικού του σόλο μένει στο περιθώριο και
παρά το νεαρό της ηλικίας του οδηγεί με μεγάλη σιγουριά και φαντασία το
πολυμελές του σύνολο, με ενορχηστρώσεις που έχουν βάθος και όγκο. Oι
πέντε συνθέσεις του άλμπουμ διαδέχονται η μια την άλλη με τρόπο που
δίνει την αίσθηση ενός ενιαίου έργου που κυλά σαν μια ιστορία σε πέντε
πράξεις. Κορυφαία στιγμή το «Chant» με σπουδαία δουλειά από τον Matt
Owens στην τρομπέτα και τον Ian Rapien στο τενόρο σαξόφωνο.
www.michaelmacallister.com
Nathan Hubbard: «Skeleton Key Orchestra» (Circumvention)
Το να δημιουργήσει κανείς μια μεγάλη ορχήστρα είναι μεγάλο ρίσκο.
Όταν συμβαίνει να παίζει και φρη τζαζ τότε πια φτάνει στα όρια του
ηρωισμού, θυμίζοντας άλλους καιρούς, όπως για παράδειγμα την εποχή της
Globe Unity Orchestra. Δεν έχουμε λοιπόν παρά να βγάλουμε το καπέλο στον
Nathan Hubbard που είχε το «θράσος» να κυκλοφορήσει ένα διπλό άλμπουμ
σαν ντεμπούτο της ορχήστρας που διατηρεί εδώ και πέντε χρόνια στο San
Diego της Καλιφόρνια. O Hubbard προβάλλει σαν μια μουσική εκδοχή του
homo universalis: είναι ντράμερ και περκασιονίστας, συνθέτης, ποιητής,
παραγωγός, ενορχηστρωτής, τεχνικός ήχου, κατασκευαστής οργάνων. Η δε
Skeleton Key Orchestra προτείνει τη σύγχρονη δομή της ορχήστρας καθώς
εκτός από μια στρατιά πνευστών περιλαμβάνει δύο κιθάρες, τρία μπάσα,
τσέλο, λάπτοπ και ηλεκτρονικά, αναρίθμητα κρουστά, μαρίμπα, αυτοσχέδια
όργανα και πολλά άλλα. Το μέγεθός της είναι κυριολεκτικά έξτρα λαρτζ και
μοιάζει σαν ένας μικρός άθλος να μετρήσεις στο εσώφυλλο του CD τους
μουσικούς που συμμετέχουν (πάντως ξεπερνούν τους 30). Η μουσική του
Hubbard χωρίς να αναιρεί τη φόρμα λειτουργεί όπως η αφηρημένη ζωγραφική.
Αφήνεις τις αισθήσεις ελεύθερες και αδιαφορείς για λογική, ερμηνείες,
αναλογίες. Ίσως μοιάζει δύσκολο να ακούσεις μια και έξω ένα τέτοιο δίσκο
διάρκειας δυόμισι περίπου ωρών (με το μικρότερο κομμάτι να ξεπερνά τα 11
λεπτά) που από την ποίηση και την εξερεύνηση των ονείρων φτάνει μέχρι το
χάος. Φαντάζομαι ότι το φόρτε της ορχήστρας αυτής είναι πάνω στη σκηνή
και αυτό που κρατάμε στα χέρια μας είναι ένα πολύτιμο ντοκουμέντο αυτής
της εμπειρίας που εκ των πραγμάτων είναι δύσκολο να δοκιμάσουμε από αυτή
την απόσταση. Ακόμα κι έτσι μας αρκεί.
www.circumventionmusic.com
John La Barbera: «Fantazm» (Jazz Compass)
O John La Barbera μεγάλωσε σε μια οικογένεια μουσικών, άρχισε να
παίζει κορνέτα στα πέντε του και στα τέλη της δεκαετίας του '60 βρέθηκε
να συμμετέχει στην περίφημη ορχήστρα του Buddy Rich. Εκεί αγάπησε τον
ήχο της big band και εξελίχθηκε ως συνθέτης και ενορχηστρωτής.
Το «Fantazm» είναι μόλις η δεύτερη ηχογράφηση με τη δική του ορχήστρα
(προηγήθηκε το «On the Wild Side» πέρσι). Στο άλμπουμ συμμετέχουν
συνολικά 20 μουσικοί με γνωστότερους τα αδέλφια του Pat και Joe στο
σαξόφωνο και τα τύμπανα αντίστοιχα (ο Joe ήταν ντράμερ στο τελευταίο
τρίο του Bill Evans), ο σαξοφωνίστας Bob Sheppard, οι τρομπετίστες Wayne
Bergeron και Clay Jenkins, ο κιθαρίστας Larry Koonse και ο πιανίστας
Bill Cunliffe. Μοιρασμένος σε 4 διασκευές και 4 πρωτότυπες συνθέσεις ο
δίσκος ισορροπεί με θαυμαστό τρόπο ανάμεσα σε ενορχήστρωση και
αυτοσχεδιασμό με εξέχουσα φωνή το τενόρο του Pat La Barbera που σολάρει
στα περισσότερα κομμάτια. O ηγέτης της ορχήστρας είναι ένας πραγματικός
μαέστρος που γράφει καταπληκτικά μέρη για τα πνευστά, δίνει μεγαλειώδη
πολυφωνία στο γνωστό «Moontrane» του Woody Shaw, ραγίζει καρδιές με την
ευαίσθητη μελωδία του «My Love and I» και ανεβάζει στα ύψη τη
θερμοκρασία με το μπλουζ «Pythodd Fellows» και τους βραζιλιάνικους
ρυθμούς του «Over F». Αν ανάμεσα στους δίσκους που κυκλοφόρησαν τον
τελευταίο καιρό αναζητήσουμε ένα παράδειγμα για το μεγαλείο της μεγάλης
ορχήστρας, τότε το «Fantazm» είναι μια πολύ καλή επιλογή.
www.johnlabarbera.com
Laura Andel Electric Percussive Orchestra: «In::tension:.» (Rossbin)
Η Laura Andel κατάγεται από πολωνο-ρουμανική οικογένεια, γεννήθηκε
και μεγάλωσε στο Μπουένος Άιρες και ζει στη Νέα Υόρκη. Αυτές οι ρίζες
και οι εμπειρίες της από βορρά, νότο, ανατολή και δύση εξωτερικεύονται
με τον πιο σκοτεινό, μυστηριώδη και πειραματικό τρόπο μέσω της ορχήστρας
της. Με το προηγούμενο άλμπουμ της «Somnambulist» (υπνοβάτης) πριν από
δύο χρόνια, έκανε μια μινιμαλίστική όσο και σαγηνευτική σπουδή πάνω
στους ήχους των ονείρων. Σε ένα ανάλογο σκοτεινό ταξίδι μας παρασύρει
και με το φετινό «In::tension:.». Το εμπνεύστηκε παρακολουθώντας ένα
φιλμ από τη Μογγολία, στο οποίο η ψυχή ενός σκύλου που πεθαίνει,
απαλλαγμένη από το σώμα περιπλανιέται και ταξιδεύει ελεύθερα σε τοπία
και αναμνήσεις. Όπως σημειώνει στο εξώφυλλο του CD πρόθεσή της ήταν «να
εξερευνήσει εντάσεις και εσωτερικούς παλμούς, φευγαλέες ματιές και
χειρονομίες σε ένα μη αφηγηματικό κόσμο». Η ορχήστρα όπως φαίνεται και
από την ονομασία της δεν έχει τη συνηθισμένη δομή ενός μεγάλου τζαζ
συνόλου, καθώς περιλαμβάνει πιάνο, ακορντεόν, τρεις κιθάρες, κρουστά,
ηλεκτρονικά και μόλις ένα πνευστό. Oι συνθέσεις του «In::tension:.»
ξεδιπλώνονται αργά και υποβλητικά με επαναλαμβανόμενες συγχορδίες του
πιάνου, παραμορφωμένες κιθάρες, επίμονα κτυπήματα των κρουστών,
ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς συνήθως στις υψηλές συχνότητες από την
κορνέτα του Taylor Ho Bynum και αντισυμβατικά, συχνά εφιαλτικά φωνητικά
από την Kyoko Kitamura. Η Andel δείχνει ότι της αρέσει να ρισκάρει, να
βυθίζεται στο άγνωστο για να ανασύρει αυτό που το λιγότερο που μπορεί να
πει κανείς είναι ότι έχει το δικό της στίγμα. Και μόνο για αυτό αξίζει
να προσέξουμε την εναλλακτική της πρόταση για την τζαζ ορχήστρα.
www.lauraandel.com
BAΓΓEΛHΣ APAΓIANNHΣ
vagarag@syr.forthnet.gr
|